Γεννήθηκε στο χωριό Ίμερα της Τραπεζούντα στις 2 Φεβρουαρίου 1914, από τον ιερέα πατέρα του, Γεώργιο και την μητέρα του Σωτηρία. Πρωτοπήγε σε Νηπιαγωγείο του Βατούμ, όπου με τη μητέρα του και τους δύο αδερφούς του Σπύρο και Χρίστο αποκλείστηκαν μετά την επανάσταση του 1917.  

Στην Ελλάδα αντάμωσε όλη η οικογένεια του Παπαγιώργη το 1924 στο χωριό  Ίμερα (Σάλτικλη), όπου και τελείωσε το Δημοτικό. Οι δάσκαλοί του ήσαν οι Γεώργιος Ευθυβούλης και Ευθύμιος Μουρατίδης. Μπήκε με εξετάσεις στο τότε μικτό Γυμνάσιο Ξάνθης στην πρώτη τριάδα. Με τον μετέπειτα γεωπόνο αδελφό του Στέφανο και το συγχωριανό του Αναστάση Ιορδανίδη. Ο αδελφός του θύμα του εμφύλιου και ο συγχωριανός του της κατοχής. Ως μαθητής Β' τάξης του Γυμνασίου μπήκε στην Ιερατική Σχολή της Αγίας Αναστασίας, της οποίας χρημάτισε και Αρχηγός και απ' όπου αποφοίτησε, μεταξύ των πρώτων το 1938 σε ηλικία 24 ετών.

Το 1939 κατατάχτηκε στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών Σύρου και το 1940 τον Ιανουάριο τοποθετήθηκε στο 5ο Σύνταγμα Πεζικού, γιατί είχε έρθει στην πρώτη πεντάδα στους τελικούς διαγωνισμούς της Σχολής. Από το 5ο Σύνταγμα, που είχε αποδεκατιστεί στο Αλβανικό μέτωπο, μετατέθηκε στο 7ο Σ.Π. για μια ειδική αποστολή στην περιοχή Κιζ-Μπουνάρ. Είναι ο πρώτος αξιωματικός, που αντιμετώπισε με δυο διμοιρίες ένα Γερμανικό Σύνταγμα στις 6 Απριλίου του 1941 στην περιοχή του Τριεθνούς και του Ντουβά-Τεπέ, όπου αμύνθηκε ως την ημέρα που καταλήφθηκε η Θεσσαλονίκη και έγινε η συνθηκολόγηση του Μπακόπουλου. Οδήγησε ως το Δερβένι πάνω από 200 στρατιώτες διαφόρων μονάδων, αφού παρέδωσε τον οπλισμό τους στο χωριό Ποντολίβαδο. Στην κατοχή 1941-1944 έμεινε στη Θεσσαλονίκη και παράλληλα με τον αγώνα επιβίωσης σπούδαζε και πρόσφερε αξιόλογες υπηρεσίες εθνικής αντίστασης.

Πτυχίο Θεολογικής Σχολής πήρε το 1947, αφού προηγουμένως είχε στεφανωθεί την Κασιανή Ι. Λαζαρίδου στα Γιαννιτσά, όπου βρέθηκε με άλλους συναδέλφους κυνηγημένους από τους νικητές των Δεκεμβριανών συγκρούσεων, χωρίς να είχε ποτέ σχέση με το ΚΚΕ. Από το Δεκέμβριο του 1947 ως το Φεβρουάριο του 1949 υπηρέτησε στην Ταξιαρχία Ρίμινι και ως το 1951, μετά τον δεύτερο τραυματισμό του, στο Γραφείο Τύπου του Γ’.Σώματος Στρατού, ως Έφεδρος Υπολοχαγός.

Ως εκπαιδευτικός υπηρέτησε από το 1952-1978 σε Γυμνάσια και Λύκεια Κατερίνης, Θεσσαλονίκης, Αμυνταίου, Βεροίας και βγήκε στη σύνταξη ως Λυκειάρχης, ύστερα από ένα καρδιακό επεισόδιο που έπαθε ως Γυμνασιάρχης Αμυνταίου. Στην Κατερίνη παράλληλα με το εκπαιδευτικό του έργο πρόσφερε αφιλοκερδώς υπηρεσίες και ως ιεροκήρυκας και στέλεχος του προσκοπισμού και των κατασκηνώσεων της Πρόνοιας. Σε όλα τα Σχολεία, που υπηρέτησε, συγκρότησε χορωδία μαθητική, η οποία διάνθιζε τα προγράμματα των Σχολικών γιορτών και εκδηλώσεων και έπαιρνε μέρος στη Θεία λειτουργία την ώρα του εκκλησιασμού.

Ως έφεδρος Αξιωματικός και ως εκπαιδευτικός πραγματοποίησε με ομάδες φοιτητών και Πολιτιστικών Οργανώσεων, καθώς και με μαθητές, εξορμήσεις σε φυλάκια, σε παραμεθόρια χωριά μέχρι και την Ορεστιάδα με το Στρατή Μυριβήλη και με πρόγραμμα μορφωτικό, εθνικό και ψυχαγωγικό και με διανομή δεμάτων διαφόρου περιεχομένου. Βάπτισε με τους μαθητές του παιδάκια φτωχών οικογενειών, συμπαραστάθηκε ανήμπορες οικογένειες μαθητών και αποφυλάκισε χρεώστες του Δημοσίου με οικονομίες μαθητριών και μαθητών.

Ως άμισθος ιεροκήρυκας μίλησε από το 1938-1967 στους ιερούς ναούς Τοξοτών, Κατερίνης, Βεροίας, Θεσσαλονίκης. Είναι γνωστή η δράση του και ως συνδικαλιστή, από το 1954-1974 και ως Προέδρου δύο Πανελληνίων Ετήσιων Συνεδρίων καθηγητών Μέσης Εκπαίδευσης. Ακόμη πρόσφερε αξιόλογες υπηρεσίες από το 1956, ως μέλος και Πρόεδρος Συλλόγων και Επιτροπών. Στη Φιλόπτωχο Αδελφότητα Ιμεραίων, στο σύλλογο Ιεροψαλτών Θεσσαλονικης στην Επιτροπή ανιστόρησης και διεύρυνσης του Ιερού Ναού Ταξιαρχών Άνω Πόλης Θεσσαλονίκης, στα Διοικητικά Συμβούλια ΟΔΕΠ Μητρόπολης Θεσσαλονίκης και της Ανωτέρας Εκκλησιαστικής Σχολής, όπου δίδαξε δωρεάν δύο χρόνια το μάθημα της Διδακτικής.

Από το 1955, συνεχής και ανιδιοτελής είναι η συστηματική, καρποφόρα κι δημιουργική προσφορά του στην Παναγία Σουμελά και από το 1964 έως το 1995 ήταν επιστρατευμένος Πρόεδρος, αιρετός και εθελοντής. Από το Φίλωνα Κτενίδη παράλαβε το δύσκολο ξεκίνημα, την ιστορική πρωτοβουλία και απόφαση της ανιστόρησης, με το πρώτο εκκλησάκι, τον πρώτο ξενώνα, μερικά κελιά και αποθήκες, δενδροφυτεύσεις, χωματόδρομο και ένα ημιτελές κτίριο για εστιατόριο.

Από το 1964 ως και την ημέρα του θανάτου του σε συνεργασία με εκλεκτούς συμβούλους, με την συμπαράσταση του λαού, του Στρατού, της Αστυνομίας, των Σχολείων, των Οργανισμών και των εκάστοτε Κυβερνήσεων, είχε ολοκληρώσει ένα απίστευτο έργο. Εννέα ξενώνες με 650 κρεβάτια, επέκταση και ολοκλήρωση του εστιατορίου, ενίσχυση του υδραυλικού δικτύου από δεύτερη και τρίτη πηγή, δημιουργία αποχετευτικού δικτύου, δενδροφύτευση άλλων δέκα χιλιάδων καλλωπιστικών και μη δενδρυλλίων, ηλεκτροδότηση του Προσκυνήματος, διεύρυνση και ασφαλτόστρωση του δρόμου πρόσβασης προς το Προσκύνημα, ανέγερση καθολικού ναού, ολοκλήρωση χωροταξικής μελέτης και προγραμματισμός έργων 700 εκατομμυρίων δραχμών.

Πέραν όλων αυτών καθιέρωσε το θεσμό των υποτροφιών και της πατροπαράδοτης γιορτής των Γραμμάτων, με βράβευση μαθητών και μαθητριών στην έδρα ενός Νομού κάθε χρόνο.

Διηύθυνε την έκδοση δυο ετήσιων Λευκωμάτων (1964-1974) της Παναγιας Σουμελά και από το 1975 διεύθυνε το περιοδικό "Ποντιακή Εστία". Έγραψε πολλά άρθρα και σχόλια σε περιοδικά και βιβλία, τα οποία αφιέρωσε στο Σωματείο "Παναγία Σουμελά" και ένα στη Φιλόπτωχο Αδελφότητα Ιμεραίων.

Δύο λαογραφικές του μελέτες δημοσιεύθηκαν στο Αρχείο του Πόντου (Τόμος  38 και 40) και η εισήγησή του στο Α' Παγκόσμιο Ποντιακό Συνέδριο "Η Εκκλησία του Πόντου" δημοσιεύτηκε στο επίσημο Λεύκωμα του Συνεδρίου. Η προσφορά του στον κοινωνικό, πολιτιστικό, πνευματικό και εθνικοθρησκευτικό στίβο είναι κρυμμένη πίσω από το τεράστιο έργο, τη δραστηριότητα και την παρουσία της Παναγίας Σουμελά και ολοκληρώνεται από μια σειρά ομιλιών, διαλέξεων, ραδιοφωνικών εκπομπών, εξορμήσεων και διαφόρων εκδηλώσεων.

Από το 1987 όλες οι Ομοσπονδίες και τα ποντιακά Σωματεία του ανάθεσαν την Προεδρία της Οργανωτικής επιτροπής του Β' Παγκόσμιου Συνεδρίου του Ποντιακού Ελληνισμού, που έγινε στη Θεσσαλονίκη τις 31 Ιουλίου ως τις 7 Αυγούστου 1988.

Ήταν πατέρας δυο αγοριών, από τα οποία το ένα είναι οδοντίατρος και το άλλο υπάλληλος ΟΣΕ, και παππούς έξι εγγονιών. Τιμήθηκε με μετάλλιο εξαιρέτων πράξεων, με πολεμικό σταυρό, με προαγωγή επ' ανδραγαθία και με αριστείο ανδρείας. Με μετάλλιο Α' Τάξεως από τη Μητρόπολη Θεσσαλονίκης και με το σταυρό της χιλιετηρίδος του Αγίου Όρους από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Με δίπλωμα τιμής από το Σύλλογο Ελλήνων Λογοτεχνών και με έπαινο από το Σύλλογο "Διογένης ο Σινωπεύς", με τιμητικές πλακέτες από την Ένωση Ποντίων Νομού Μαγνησίας, από το Σύλλογο Πολυτέκνων Θεσσαλονίκης από το Σύλλογο "Παναγία Σουμελά" Βοστώνης, από τον Ποντιακό Σύλλογο Κιλκισιωτών, από το Σύλλογο Ποντίων Πολίχνης, από την ένωση Ποντίων Νέων Θεσσαλονίκης, από την ΥΙ Μεραρχία Κιλκίς και το Β' Σώμα Στρατού Βεροίας.

Ανακηρύχθηκε επίτιμο μέλος του Ποντιακού Καλλιτεχνικού Ομίλου Σουρμένων Αττικής, Επίτιμος Πρόεδρος του Συλλόγου Ιεροψαλτών Θεσσαλονίκης "Ιωάννης ο Δαμασκηνός", επίτιμος Πρόεδρος του Ιερού Ιδρύματος "Παναγία Σουμελά" Νέας Υόρκης και επίτιμος Πρόεδρος της Φιλοπτώχου Αδελφότητος Ιμεραίων.

Στο Συνέδριο των Δελφών, το Σεπτέμβριο του 1988, ανάπτυξε το θέμα: ''Τα ιστορικά μοναστήρια του Πόντου", εργασία που δημοσιεύτηκε στον 3ο τόμο της Εγκυκλοπαίδειας του Ποντιακού Ελληνισμού. 

Τέλος τιμήθηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο με οφίκιο του Άρχοντος Διδασκάλου της Εκκλησίας και από την Ακαδημία Αθηνών στις 3 Δεκεμβρίου 1993.

Μοιραστείτε την σελίδα - Share this page

Submit to DeliciousSubmit to DiggSubmit to FacebookSubmit to Google PlusSubmit to StumbleuponSubmit to TechnoratiSubmit to TwitterSubmit to LinkedIn

Παναγία Σουμελά

Εγγραφή στο newsletter

Επιστροφή επάνω